ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ - Θάνατο

Ευχαριστούμε όλους εσάς που έχετε στείλει μαντινάδες και παροτρύνουμε τους νέους επισκέπτες του site μας, να μας στείλουν κι αυτοί τις δικές τους να τις δημοσιεύσουμε!

Βρέθηκαν 395 καταχωρήσεις σε 8 σελίδες
Σελίδα 3
«  ‹  1 2 3 4 5 6  ›  »
Ανάθεμά σε για ζωή
πως έτυχε ν’ αδειάσει,
και σκέφτομαι το θάνατο
για να με ξεκουράσει.
Του ποθαμένου το κορμί
λένε πως δεν σαλεύει,
μα το δικό μου το κορμί
θα ‘ρθει να σε γυρεύει.
Αν είν’ η μέρα όμορφη
την κάνει το σκοτίδι,
κι αν έχει αξία η ζωή
ο θάνατος τη δίδει.
Αν έχει ο τάφος όνειρα
δε θέλω να κοιμούμαι,
γιατί θα σ’ ονειρεύομαι
και θα στενοχωρούμαι.
Αν έχω πόνο στην καρδιά
στον κόσμο δεν το δείχνω,
κι όλο αιτία κι αφορμή
για να ξεφύγω βρίχνω.
Αφού δεν βρίσκεται γιατρός
να γιάνει την πληγή μου,
στον τάφο γρήγορα θα μπει
το μαύρο το κορμί μου.
Πάνω στον τάφο μου θα κλαίς
και θα ζητάς συγνώμη,
φαίνεται δεν κατάλαβες
ειντά ‘καμες ακόμη.
Γονατιστή στον τάφο μου
θα κλαις και θα λυπάσαι,
μα θα ‘ναι πια πολύ αργά
για να στενοχωράσαι.
Ψυχομαχώ κι αδιαφορείς
μα τούτο 'δω να ξέρεις,
πως μοναχή σου στη ζωή
θα κλαις και θα υποφέρεις.
Οντε ποθάνω θάψτε με
στη Σκεπαστή στο γύρο,
κι ανε το θέλει ο Θεός
ίσως ξαναγιαήρω.
Οντε ποθάνω βάλτε μου
Καλάζνικοφ στο μνήμα,
λιγάκι πριν αναστηθώ
να σας εκάνω σήμα.
Λουλούδια μη μου φέρεται
για το νεκρό κορμί μου,
θέλω το φέρετρο ξερό
ως ήταν κι η ζωή μου.
Λίγος μα μερακλίδικος
ητονε ο καιρός σου,
χαίρεται η γης που χει κορμιά
νεκρού, σα το δικό σου.
Στο θάνατό μου να βρεθείς
τα μάτια να μου κλείσεις,
κι όσο θα ζεις αγάπη μου
να μη με λησμονήσεις.
Θέλω το τάφο μου φαρδύ
κι αυτή, που έχω χάσει,
να ρθει να θέσει δίπλα μου
κι γη-ς- να μας σκεπάσει.
Λουλούδια φέρνουν στους νεκρούς
μα εσύ μη μπεις στο κόπο,
για θα το κάνεις να φανεί
στα μάτια των ανθρώπω.
Στον Αδη θε να κατεβώ
μα ούλοι οι νεκροί φωνάζουν,
εμείς επά δε θέλουμε
καρδιές π' αναστενάζουν.
Στην πλάκα του μνημείου μου
θα ζωγραφίσω εσένα,
για να γνωρίζει το φονιά
η μάνα που με γέννα.
Στο μάρμαρο του τάφου μου
από τη μέσα μπάντα,
θα την εκάνω ζωγραφιά
να τη θωρώ για πάντα.
Σαν είμαι μες στο φέρετρο
μη ‘ρθει να με φιλήσει,
δε γίνεται βρε ο φονιάς
νεκρό να μ’ αντικρύσει…
Ο θάνατος σου άφησε
πληγή μες στην καρδιά μου,
μέρα και νύχτα σκέφτομαι
πως θα βρεθώ κοντά σου.
Στον άλλο κόσμο που θα πας
τόπο να μου κρατήσεις,
όντο θα’ ρθω κι εγώ νεκρή
να με φιλοξενήσεις.
Πολλές φορές ο θάνατος
τσ’ ανθρώπους ξεκουράζει,
μα είναι φορές απού κτυπά
εκεία που δεν ταιριάζει.
Παππούλη μου σε αγαπώ
κι ας είσαι μακριά μου,
σ’ ένα σημείο στο πιο κρυφό
σ’ έχω μες στην καρδιά μου.
Παππού απ’ όπου πέρασες
έμεινε τα’ όνομα σου,
και με την κεφαλή ψηλά
άφηκες τα παιδιά σου.
Τάφε μπορεί να’ σαι ψυχρός
μα εγώ θα σου ζηλεύω,
γιατί εσύ θα το χαρείς
το σώμα που λατρεύω.
Τάφε ψυχρέ μην την δεχτείς
μέσα στο μνήμα μόνη,
θέλω να’ μαι στο πλάι της
και εγώ όντε θα λιώνει.
Πρόσκληση να του στείλετε
στο θάνατο μου να’ ρθει,
προσωπική, κι ο φάκελος
"προς στο φονιά" να γράφει.
Στο μισεμό σου δε θα βγει
ήλιος να ξημερώσει,
μύρων και η μέρα σκοτεινή
κι άσκημη θα ποδώσει.
O Αδης δέχεται νεκρούς
μα εγώ δε θα ποθάνω,
η γης θα κάμει ταραχή
να με πετάξει απάνω.
Χάρε που εμαυρόντησες
για πάντα το κορμί μου,
παρακαλώσε χάροντα
πάρε και τη ψυχή μου.
Αχι και να’ μουν λοχαγός
στου χάρου τα πεδία,
να βλέπω τις κακές ψυχές
να γίνονται θυσία.
Αν εμπορούσα στη ζωή
να σε ξαναγυρίσω,
πουλί κοντά σου να πετά
δεν ήθελε να αφήσω.
Στον τάφο σου πάνω θα’ ρθω
ν’ αφήσω ένα λουλούδι,
και να ντρακάρω να σου πω
του χωρισμού τραγούδι.
Τα μάρμαρα του τάφου σου
με δάκρυα θα πλύνω,
να καταλάβει ο ντουνιάς
για το δικό μου θρήνο.
Δεν είναι πως ο θάνατος
μ’ απασχολεί και τόσο,
μονό ‘ναι η μαύρη μοναξά
και πώς θα τη σηκώσω.
Δε με φοβίζει ο θάνατος
αφού στο πρόγραμμα ‘ναι,
χωρίς εκείνον πείτε μου
τα χρόνια πως περνάνε.
Μαζεύω όλα τα δάκρυα
κι ένα κιούπι γεμίζω,
τα κουβαλώ στο τάφο σου
τσι βιόλες να ποτίζω.
Χάρε να το σκεφτείς καλά
προτού τα’ αποφασίσεις,
έστω και γέρου μερακλή
τη πόρτα να χτυπήσεις.
Σε μια ψηλή βουνοκορφή
θα πάω και θα κάτσω,
για να μπορέσω ελεύθερα
μικρή μου να σε κλάψω.
Εζήλεψε ο χάροντας
την τρυφερή καρδιά σου,
τα πράσινα τα μάτια σου
και τη κορμοστασιά σου.
Όταν θα με περάσουνε
νεκρό απ’ την αυλή σου,
έβγα καλή μου να με δεις
και να χαρεί η ψυχή σου.
Πάνω στα όρη στα βουνά
φωθια θα πάω ν’ ανάψω,
να βάλω το κορμάκι μου
απάνω να το κάψω.
Αχι και να γινόμουνα
πουλί του παραδείσου,
να πέταγα και να βλεπα
που βρίσκεται η ψυχή σου.
Αν είχα υστερνή στιγμή
αυτό που θα ζητούσα,
θα ήτανε τα μάτια του
κι ύστερα ας ξεψυχούσα.
Την ώρα που ψυχομαχώ
έλα χαρά να πάρω,
να σε θωρώ και να μπορώ,
ν’ αντισταθώ στο Χάρο.
Δε θέλω εγώ στον τάφο μου
λουλούδια από κανένα,
μόνο με μαύρα γράμματα
πως πέθανα για σένα.
Δεν θέλω μέρα να θωρώ
καλια’ χω να ποθάνω,
αφού μας εχωρίσανε
ιντα να ζω να κάνω.
Πέθανε άτυχο κορμί
αφού σε δέρνουν όλοι,
κι άντε να βρεις ανάπαυση
στου χάρου το περβόλι.
Χάρε μου μα και λυτρωτή
με τ’ αλαφρή σου χέρι,
έλα να πάρεις μια ψυχή
να πάψει να υποφέρει.
«  ‹  1 2 3 4 5 6  ›  »